Χωρίς να μπορεί να φανταστεί ότι το φαγητό,
το κάθε φαγητό που τρώμε,
μας φέρνει στο νου ένα σπίτι, μια αυλή,
μια μάνα σκυμμένη πάνω από τηγάνια και κατσαρόλες,
την ευτυχία ενός καλοκαιρινού μεσημεριού με γεμιστά,
τη ζεστασιά ενός χειμωνιάτικου τραχανά
με φίλους γύρω απ΄το τραπέζι,
μια υπαινικτική φράση που έμεινε στη μέση
μαζί με τα χόρτα του βουνού,
ένα ερωτικό βλέμμα πάνω από το καυτερό σπετζοφάι στο Πήλιο.
Άνθρωποι, τόποι, εποχές και στιγμές
που μπορούν να συνδυαστούν με αφορμή μια γεύση.
.................
Μια μυρωδιά καπνού απλωνόταν στον αέρα.
Όπως μυρίζουν τα ξερά φύλλα
όταν οι αγρότες τα κάνουν μικρούς σωρούς και τα καίνε.
Το θυμίαμα της φύσης.
..................
Τώρα όμως από προστατευόμενος είχε μετατραπεί σε προστατεύοντα,
κι αυτό του είχε δώσει πόντους στους εσωτερικούς ισολογισμούς.
Του είχε ανεβάσει την αυτοεκτίμησή του.
Ναι, θα βοηθούσε την γυναίκα όσο περνούσε από το χέρι του.
"Γιατί έτσι πρέπει να πηγαίνει η αγάπη, από χέρι σε χέρι"
.................
Η σκηνή με το μάστορα που της φιλούσε τα χέρια
δεν έφευγε από το μυαλό της.
Περισσότερο την παραξένευε η δύναμη της ανάμνησης.
Πώς από ένα φαγητό ο μάστορας
καταδύθηκε σχεδόν γέρος και αναδύθηκε παιδί.
....................
Να τους πηγαίνει πίσω, πολύ πίσω,
σε ορεινά χωριά με φασολάδες και ξινό τραχανά,
σε πάμφτωχα καμπίσια χωριά
με ταπεινές χορτόπιτες και κατσαμάκια,
σε νησιά με κακαβιές από πετρόψαρα
και ρύζι μαγειρεμένο με πεταλίδες και μύδια.
Και την ίδια στιγμή ν΄ανακατεύει παππούδες, γιαγιάδες,
θείους, θείες, σόγια από καιρό ξεχασμένα.
Δηλαδή δεν είναι μόνο η γεύση του φαγητού που κάποτε φάγαμε
αλλά και η ανάμνηση μικρών στιγμών.
Μια μάνα που βάζει φακές σ΄όλα τα πιάτα
και περιμένει να δει αν θα μείνει και γι αυτήν.
Ένας πατέρας που θα ήθελε περίσσεμα
αλλά κρατιέται για χάρη των παιδιών του.
Ο μικρός αδελφός που ζηλεύει το πιάτο του μεγαλύτερου
και ζητάει κι άλλο, πριν καν αγγίξει το δικό του.
................
Αλλά η ζαχαροπλαστική δεν είναι σαν τη μαγειρική,
που μπορείς ν΄αυτοσχεδιάσεις.
Τα γλυκά χρειάζονται σωστές και ακριβείς αναλογίες.
Θυμόταν το 1,2,3,4 του χαλβά,
το αγγλικό κέικ με τις ίδιες αναλογίες ζάχαρης,
αλευριού και βούτυρου, ένα αβγό και ξύσμα πορτοκαλιού.
Και σάμαλι. Εύκολο γλυκό.
Τρία γιαούρτια, τέσσερα κεσεδάκια σιμιγδάλι, ένα ζάχαρη,
σόδα και μαστίχα. Και το σιρόπι. Εύκολο.
................
Τα πλατάνια διαγράφονται ωραία με τα λευκά κλαριά τους.
Η σιωπή του χιονιού. Όχι σιωπή.
Το χιόνι ακούγεται όταν πέφτει.
Νιώθει ένα χέρι στον ώμο της. Δεν ξαφνιάζεται.
Το περίμενε αυτό το χέρι.
Με μια κίνηση αποδοχής πλησιάζει περισσότερο στο κορμί του άντρα.
Εκείνος γυρίζει προς το μέρος της και την αγκαλιάζει.
Κοιτάζονται σιωπηλοί, ενώ το χιόνι πέφτει πάνω τους.
Λευκό στα σκούρα παλτά τους.
Τα μαλλιά του άντρα γκριζάρουν πρόωρα από τις νιφάδες του χιονιού.
Και γέρος θα είναι όμορφος, σκέφτεται παράλογα η γυναίκα.
Ο άντρας σκύβει και αγγίζει απαλά με τα χείλη του το μέτωπό της,
τα μάτια της, τα μάγουλα, την άκρη του στόματος.
Διερευνητικά. Και μετά τη φιλά στα χείλη.
Υπέροχη αίσθηση που έφτανε ως την άκρη των δακτύλων της.
Λες και γνωρίζονται χρόνια.
...............
Πόσους καφέδες δεν είχε ψήσει;
Όμως σήμερα το πρωί είχε σταθεί και παρακολουθούσε,
σα να ήταν η πρώτη φορά, τις φουσκάλες που αναδύθηκαν
στην περιφέρεια του μπρικιού κι έπειτα παρέσυραν,
εντελώς ερωτικά, τις κεντρικές φουσκαλίτσες.
Όλες μαζί, παραδομένες σ΄ενα βαθύ κι ανεξέλεγκτο πάθος,
ανέβηκαν γρήγορα στα χείλη του μπρικιού
και μόλις που πρόλαβε να το τραβήξει από τη φωτιά.
Έγλειψε τα δάχτυλά της
που κάηκαν από την επαφή με το καυτό χερούλι
και αφέθηκε να μυρίζει το άρωμα του καφέ.
...................
Η βροχή άρχισε τα χαράματα.
Την άκουγε να πέφτει με ορμή στα κεραμίδια.
Ωραίος ήχος, αρχαίος, χαμένος πια από τις πόλεις.
..................
Μακρόστενα, καφετιά και βρεγμένα ακόμα από τη θάλασσα.
Πού βρέθηκαν τα φύκια στα βουνά; Και μάλιστα βρεγμένα;
"Η γιαγιά μου μου είπε ότι ο Άγιος, τις νύχτες με κακοκαιρία,
τρέχει πάνω απ΄τα κύματα,
τ΄ακουμπάει με το δάχτυλο κι αυτά ησυχάζουν.
Αλλά γεμίζουν τα ρούχα του φύκια,
κι έρχεται στο εκκλησάκι του και τα τινάζει.
Και μετά κουρασμένος αλλά ευτυχισμένος
που έσωσε τόσες ζωές και καΐκια,
μπαίνει πάλι στην εικόνα του και παριστάνει τον ξύλινο".
.....................
Φυσούσε ένας ανατολικός άνεμος, καθαρός απηλιώτης,
κατευθείαν από την καρδιά του Αιγαίου.
Σήκωνε την άμμο και της τρυπούσε το κορμί με χιλιάδες κόκκους.
Έσπρωχνε ξερά φυτά και φλούδια αγκυλωτά και κάστανα.
Διπλώθηκε στα δύο, κι έκατσε στα πόδια της
σε ιερατική στάση αναμονής, όπως του γραφέα της Αιγύπτου.
Κοιτούσε τον ήλιο που ανέβαινε από τη θάλασσα.
Απαλός, πλάγιος, φωτεινός ήλιος, ανοιξιάτικος.
............
Το απόγευμα που έπιναν τον καφέ τους, η γυναίκα είπε του Ρούλα
ότι πλησίαζε η ώρα να φύγει. Να επιστρέψει στο σπίτι της.
Του εξήγησε πια ότι θυμόταν. Κι ότι οι αναμνήσεις έρχονταν αβίαστα.
Χωρίς τη βοήθεια της γεύσης.
Από το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου
"Για να δει τη θάλασσα"
***********
Ποιος δεν είδε τον εαυτό του σε κάποιο απόσπασμα.
Ποιος δεν θυμήθηκε ανθρώπους, τόπους, εποχές και στιγμές.