Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Η ΤΕΦΡΑ ΜΙΑΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ



 (Μνήμη φυλαγμένη σε "Μαύρο" της ψυχής κουτί.)


Πρωτομαγιά του ΄54 με την τρομπέτα της.
Ντυμένες οι ψυχές μ΄αγριολούλουδα.
Ένα γαλάζιο φτερό η μέρα
δίχως ούτ΄ένα ψίχουλο σύννεφου στον ουρανό.

Στάζαμε έρωτα εγώ κι εκείνη, καθώς ένδροσες υπάρξεις,
με τις φλέβες μας γεμάτες βουερούς χυμούς άνοιξης,
περπατούσαμε με την παρέα της εκδρομής για το Κουρί*.

Δύσεκτοι όμως καιροί τότε κι ο έρωτας λογοκριμένος.
Θυμάμαι, χρειάστηκε ολόκληρη συνωμοσία
και συμβολή της νιόπαντρης αδελφής της
για να εξασφαλίσουμε μια ολόκληρη μέρα μαζί.
κι ευχόμουν να  μην τελείωνε ποτέ η μέρα εκείνη.

Άτια Μαγιού ξεχυθήκαμε στο καταπράσινο ξέφωτο
του μαγευτικού τοπίου, που μας περίμενε μ΄ανοιχτή αγκαλιά,
και το Κουρί έλεες έμοιαζε μ΄εκκλησία στολισμένη
γαι τη χαρά ενός γάμου και μοσκοβολούσε Θεό. 
Όλα τα φώτα της ψυχής αναμμένα,
πόθου καμίνι πύρωνε τα στήθη μας
και το δισάκι μας ξέχειλο από τραγούδια, όνειρα
κι αξόδευτη νιότη, κι ο νους μου "σαράκι ακοίμητο"
ούτε δευτερόλεπτο μακριά από τ΄ασύλυτα μαλάματα
στα στήθια και την ήβη της δεκαεφτάχρονης κόρης
που είχα δίπλα μου.

Όμως αλίμονο! πριν καλά καλά προλάβουμε να γευτούμε
τις ευωδιές και τη δροσιά του βουνού,
ξέφτια σύννεφου ξεπήδησαν μες απ΄τα ουράνια θάμνα
κι έκρυψαν μονομιάς τον ήλιο μας 
και το πρόσωπο της μέρας, που μας είχε πει 
ένα τόσο μεγάλο ψέμα εκείνο το πρωινό, γέμισε ρυτίδες.

Μέσα σ΄ελάχιστα λεπτά, αχανή σεντόνια μολυβένια, φουσκωτά
χορεύοντας πυρρίχειο σκέπασαν τον ουρανό κι έκαναν τη μέρα
νύχτα στο Κουρί,
κι ένα μουγκρητό συννεφολύκαινας και πελώριες,
σαν ρώγες σταφυλιού σταγόνες βροχής μας ανάγκασαν να κρυφτούμε.
Ο τόπος της χαράς και του ξεφαντώματος ίδια κι οι ψυχές μας
έμοιαζαν ξαφνικά με μπαχτσέ που του φύγαν μονομιάς 
τα πουλιά και έμεινε άδειος.

Βροντές σαν βρισιές οργισμένου Θεού
σα μουγκρητά αόρατου προϊστορικού θεριού
κι αστραπές που άνοιγαν τις σγουρές
και πυρωμένες φλέβες τους στο χάος
καθώς και μια τρελή βροχή, που θύμιζε πυρρίχιο χορό,
σταύρωναν μανιασμένες τα σπαθιά τους πάνω απ΄τα κεφάλια μας για ένα δεκαπεντάλεπτο περίπου 
απειλώντας μας με συντέλεια.
Το φύλλωμα του δένδρου που μας προστάτευε έμοιαζε πλέον
με στέγην που της ράγισαν ξαφνικά όλες οι κεραμίδες
ή ομπρέλα που θύελλα τρελή της ξύλωσε το πανί,
κι εμείς όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση,
φαντάζαμε σαν πάπιες του βουνού.

Παράφορο, δίχως έλεος μπουρίνι.
Νόμιζες πως τρύπησε ο ουρανός
για να ξεπλύνει τις αμαρτίες των ανθρώπων.
Το όνειρο της Πρωτομαγιάς που γλυκονανουρίζαμε τόσες μέρες
καταποντίστηκε μέσα σε λίγα μόνο λεπτά.
Σαν εντολή βίαιης έξωσης από τον παράδεισο
μου φάνηκε η απόφαση της παρέας για άμεση επιστροφή.

Καθώς βαδίζαμε μουσκεμένοι ως το κόκαλο
με τα κεφάλια κατεβασμένα όμοια πολεμιστές ηττημένοι, 
επιστρέφοντας για το Ασβεστοχώρι, κοντοστάθηκα για μια στιγμή
ν΄αποθαυμάσω έστω και παπί την καλή μου.
Τί ταξίδι Θέε μου, αυτό που έβλεπα εκείνη τη στιγμή
με τα τυφλά από έρωτα μάτια μου!
Τα μουσκεμένα ρούχα, κολλημένα στο σώμα
των δεκαεφτά Μαϊων, αποθέωναν
τη λουλουδιασμένη κρουστή σάρκα.
Το κορίτσι που ως χτες ακόμα δεν ήταν παρά μια
άσημη παιδούλα τώρα ξαφνικά φάνταζε σαν γινωμένη μουσική,
που, μα το Δία, μπορούσε να κολάσει ακόμα και άγιο.
Ένα ζαρκαδίσιο κορμί, μια ντελικάτη κινούμενη γεωμετρία,
με καμπύλες που θα μπορούσαν ν΄αναστήσουν ακόμα και νεκρό,
μπροστά μου τυλιγμένο αριστοτεχνικά
μέσα σ΄ένα υπέροχο "νερένιο" κολάν, που έκανε
τη σάρκα να ριγεί και την ψυχή να παραληρεί.
Μελαμψή  βαθύζωνη, χρυσοκάπουλη κόρη
με σάρκα πύρινη και ρυθμικούς κυματισμούς,
με στήθια ολόρθα σαν γυάκινθοι ανθισμένοι κάτω
από τη μουσκεμένη μπλούζα, και παντού μα παντού
ίσκιοι χαμόγελα κι αντιφεγγίσματα, στο λαιμό,
τον ώμο, τη μέση, τους εφηβικούς μηρούς, στα γόνατα
και τις σμιλεμένες κνήμες κι ανάμεσα στα σκέλη
το θείο σύθαμπο.
Όλα σε απόλυτη αρμονία και πλήρη άνθηση
μπροστά στα διψασμένα μάτια μου, κι εγώ να την κοιτώ,
να την κοιτώ, να νιώθω να με σπιρουνιάζει ο πόθος
και να χάνομαι.

Θυμιατήρι του Μάη το στόμα της, καθώς μιλούσε,
λες άρπα που μελωδούσε, το δέρμα λείο, βελούδινο, ζωντανό,
να τ΄ακουμπάς και να νιώθεις του έρωτα την ιερή τρεμούλα,
να το οσφρίζεσαι και να μυρίζεις κήπο, αγριολούλουδα
και φρέσκο ψωμί.
Ξόβεργα στημένη τα μάτια, πιο γλυκά κι από μέλι,
κι η ματιά της άνοιξη.
Οι κόρες διεσταλμένες απ΄του έρωτα τη φωτιά,
τα μαλλιά φρεσκολουσμένα με ουράνιο νερό και νιότη
τα δόντια αστραφτερά σαν πετραδάκια πολύτιμα
και τα χείλη σάρκα πυρωμένη και αρωματισμένη.

Μα το Θεό ποτέ ως σήμερα δεν μίσησα τόσο πολύ μια βροχή.
Ζευγάρωσα μ΄εκείνο το κορίτσι της βροχής, γέρασα μαζί του,
μ΄ακόμα εκείνη η γεύση της κορυφαίας πίκρας
η βοή της μέγιστης ατυχίας, δεν λέει
να κοπάσει μέσα μου ή να πεθάνει.
Α Πρωτομαγιά του ΄54, μουσκεμένη σε φυλάγω
από φοιτητής ακόμα σε.... "Μαύρο κουτί".

*Πανέμορφη τοποθεσία λίγο πιο πάνω από το Ασβεστοχώρι.

Από το βιβλίο του ΤΑΚΗ ΛΑΖΑΡΙΔΗ 
ΣΤΙΧΟΙ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

Δώρο του φίλου Επίκουρου






 Στους ερωτευμένους!!!















7 σχόλια:

Margo είπε...

Εξαιρετικό!!!!!!

Καλό ξημέρωμα Θαλασσένια μου

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

Θαυμαστό!
Θαλασσένια μου να είσαι καλά!!!!

Άιναφετς είπε...

Ότι πιο ερωτικό και υπέροχο έχω διαβάσει!
Ευχαριστούμε θαλασσένια που ανάφερες στη καρδιά μας τον Έρωτα!
ΑΦιλιά πάντα τρυφερά! :)

Άιναφετς είπε...

Ότι πιο ερωτικό και υπέροχο έχω διαβάσει!
Ευχαριστούμε θαλασσένια που ανάφερες στη καρδιά μας τον Έρωτα!
ΑΦιλιά πάντα τρυφερά! :)

Άιναφετς είπε...

Έφερες ήθελα να γράψω...

ηλιογράφος είπε...

Πολύ καλό!

magda είπε...

Πολύ ρομαντικό, εξαιρετικό!!!
Πολλά φιλιά!